νάζι


νάζι
[нази] ουσ. о. жеманство,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νάζι" в других словарях:

  • ναζί — ναζί, ο, η άκλ. (λ. γερμ.), εθνικοσοσιαλιστής, οπαδός του εθνικοσοσιαλισμού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νάζι — το (λ. τουρκ.), σκέρτσο, κάμωμα, προσποίηση, φιλαρέσκεια: Είναι όλο σκέρτσο κι όλο νάζι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • νάζι — το 1. προσποιητή χάρη στην κίνηση ή στη συμπεριφορά, φιλάρεσκος τρόπος, σκέρτσο 2. φρ. «κάνει νάζια» α) προσποιείται ότι αρνείται ή ότι δεν θέλει β) κάνει ερωτικά σκέρτσα, ερωτικούς ακκισμούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. naz] …   Dictionary of Greek

  • ναζί — ο και η άκλ. 1. μέλος τού πρώην γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, οπαδός τού Χίτλερ 2. οπαδός τού εθνικοσοσιαλισμού, τού ναζισμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < γερμ. Nazi (προφ. «νατσί») < Να (τιοναλ σο)ζι(αλιστ) «εθνικοσοσιαλιστής»] …   Dictionary of Greek

  • Νυρεμβέργη — (Nurnberg). Πόλη (486.400 κάτ. το 1999) της Γερμανίας, στο ομόσπονδο κρατίδιο της Βαυαρίας. Βρίσκεται στις όχθες του Πέγκνιτς, παραπόταμου του Μάιν στο κέντρο της μεγάλης λεκάνης της Μέσης Φραγκονίας που περικλείεται από τα υψώματα του Φρανκενχέε …   Dictionary of Greek

  • ναζιστής — ο, θηλ. ναζίστρια οπαδός τού ναζισμού, ναζί. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν, όρου, πρβλ. αγγλ. nazist < Nazi «ναζί», βλ. ναζί]· …   Dictionary of Greek

  • ναζισμός — Βλ. λ. εθνικοσοσιαλισμός. * * * ο η ιδεολογία και το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς που είχε εγκαθιδρύσει το Ναζιστικό (Εθνικοσοσιαλιστικό) Κόμμα τού Αδόλφου Χίτλερ στη Γερμανία. [ΕΤΥΜΟΛ. Μεταφορά στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. nazism < Nazi… …   Dictionary of Greek

  • Γερμανία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας Προηγούμενη ονομασία (1948 90): Γερμανική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία (ή Δυτική Γερμανία) & Γερμανική Λαϊκή Δημοκρατία) Έκταση: 357.021 τ.χλμ Πληθυσμός: 82.440.309 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα:… …   Dictionary of Greek

  • Γκρόπιους, Βάλτερ — (Walter Gropius, Βερολίνο 1883 – Λίνκολν, Μασαχουσέτη 1969).Γερμανός αρχιτέκτονας και θεωρητικός. Υπήρξε ο ιδρυτής του Μπάουχαους (Bauhaus). Καταγόταν από οικογένεια στην οποία το επάγγελμα του αρχιτέκτονα αποτελούσε παράδοση. Παρακολούθησε πρώτα …   Dictionary of Greek

  • Δημητρόφ, Γκεόργκι — (Georgy Dimitrov, Ραντομίρ 1882 – Μόσχα 1949). Βούλγαρος πολιτικός. Υπήρξε ηγέτης του εργατικού κινήματος της Βουλγαρίας. Ύστερα από την αποτυχία της εξέγερσης του 1923, αναγκάστηκε να καταφύγει στην πρώην ΕΣΣΔ. Εκεί αναδείχθηκε σε ισχυρό… …   Dictionary of Greek